Ομιλία Ελένης Ευαγόρου, Οργανωτικής Γραμματέα Γυναικείου Κινήματος ΠΟΓΟ στην 7η Τελετή Απονομής Βραβείου Γυναικείας Προσφοράς, «Κλειώ Χριστοδουλίδου και Κατίνα Νικολάου»

Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα κι αυτό γιατί σήμερα θα απονέμουμε το Βραβείο Γυναικείας Προσφοράς «Κλειώ Χριστοδουλίδου και Κατίνα Νικολάου» σε μια απλή καθημερινή γυναίκα. Μια γυναίκα του μόχθου και της εργασίας. Μια γυναίκα στο πρόσωπο της οποίας μπορεί κανείς να δει πολλές γυναίκες της Κύπρου. Αυτές που μετά την πολύωρη μάχη στο μεροκάματο, επιστρέφουν εξουθενωμένες στο σπίτι για να ανταποκριθούν σε μια δεύτερη βάρδια: νοικοκυριό, μαγείρεμα, σιδέρωμα, φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων. Αυτές που συχνά εγκλωβίζονται από τα πατριαρχικά στερεότυπα, εκείνες που τις περισσότερες φορές δεν είχαν ή δεν έχουν τους πόρους και τα μέσα για να μορφωθούν και να κατακτήσουν τα όνειρα τους. Γυναίκες της διπλανής πόρτας, η δράση και η προσφορά των οποίων δεν καταγράφεται ούτε στο δημόσιο λόγο, ούτε στα βιβλία της ιστορίας.

Η σημερινή τιμώμενη, θα ήταν άλλη μια γυναίκα αόρατη στην ιστοριογραφία, αν η ίδια δεν ανάγκαζε την ιστορία να την προσέξει με την εκλογή της ως η πρώτη γυναίκα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Κύπρο, στις 4 Ιουλίου 1979. Το γεγονός αυτό βέβαια, δεν είναι ξεκομμένο από τη φυσιογνωμία που ακούει στο όνομα Λούλα Σταύρου Ρωτή, τη συνολική δράση και προσφορά της και τη συνεχή και αδιάλειπτη συμμετοχή της στους αγώνες του ΑΚΕΛ, της Αριστεράς και του Λαϊκού Κινήματος.

Η Λούλα, γεννήθηκε το 1939, σε μια φτωχή, πολυμελή οικογένεια, στο χωριό Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας και βίωσε από πολύ νωρίς την ανισότητα που υπάρχει ανάμεσα στους έχοντες και στους άκληρους, όπως η ίδια συνηθίζει να λέει. «Μες τουντο χωρκό τότε», αφηγείται, «η γη ήταν μοιρασμένη σε καμια δεκαρκά οικογένειες. Οι υπόλοιποι εν είχαμε ούτε τόπο να θαφτούμε. Οι γονιοί μας ήταν που το χάραμα ως το βούττημα του ήλιου ανυποδητοι μες τα χωράφκια. Τζι εμείς αδέρφκια πολλά… εν τζι είχαμε τζαι πολλά να φάμε. Ετρώαμε συνήθως ελιές. »

Αν και είχε έφεση στα γράμματα, κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο το Δημοτικό σχολείο καθώς υπήρχε ανάγκη να ριχτεί και η ίδια στη βιοπάλη για να καταφέρει η οικογένεια της να επιβιώσει. Παρόλα αυτά η Λούλα δεν σταμάτησε ποτέ να διαβάζει και να αυτομορφώνεται και μέχρι σήμερα, στα 84 της χρόνια, διακρίνεται από την οξύτητα του πνεύματος της, τις γνώσεις και την καλλιέργεια της.  

Η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως εργάτρια. Εργάτρια γης. Ο αυτοπροσδιορισμός της αυτός, φανερώνει την μεγάλη αγάπη που έχει η Λούλα για τη γη. «Η δουλειά της αγρότισσας», λέει «είναι σκληρή, επίμονη και επίπονη. Όμως η γη σου χαρίζει ελευθερία.» Ταυτόχρονα, με αυτή της τη δήλωση η Λούλα, υπογραμμίζει το γεγονός ότι αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μέρος της εργατικής τάξης. Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε.

Η Λούλα από νωρίς συνειδητοποίησε πως ο μόνος τρόπος για να βελτιωθούν οι συνθήκες της ζωής των ανθρώπων των λαϊκών στρωμάτων, των λιγότερο προνομιούχων, ήταν να οργανωθούν, να ξεσηκωθούν και να διεκδικήσουν. Οργανώθηκε λοιπόν στο κόμμα και στη συντεχνία και συμμετείχε σε αγώνες και απεργίες που οδήγησαν στα πιο σημαντικά εργατικά δικαιώματα, πράγματα που τότε έμοιαζαν αδιανόητα. “Οταν εκερδίσαμε το οκτάωρο τζι έπαιζε η καμπάνα για να σκολάσουμε πριν να βουττήσει ο ήλιος, οι χωρκανοί εσταυροκοπιούνταν”.

Πέρα από τη συμμετοχή της στο κόμμα και τη συντεχνία, η Λούλα, ανέλαβε και ένα άλλο καθήκον, αυτό της οργάνωσης των γυναικών, γιατί όπως μας είπε ήταν βέβαιη πως οι γυναίκες μόνο αν οργανώνονταν στο κόμμα της εργατικής τάξης θα διεκδικούσαν και θα κέρδιζαν τα δικαιώματα τους. Μαζί λοιπόν με άλλες συντρόφισσες της, ανάμεσα σε άλλες και η Κατίνα Ορφανίδου Κούρρη, που βρίσκεται σήμερα μαζί μας, κατάφεραν, γύρω στο 1960, σε μία κοινότητα των 500 κατοίκων, να οργανώσουν στην ΠΟΓΟ και στο ΑΚΕΛ δεκάδες γυναίκες. Η Λούλα μαζί με τις συναγωνίστριες της, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των αγώνων και των διεκδικήσεων. Συμμετείχαν σε πορείες και συνέδρια, διοργάνωναν γιορτές και εκδηλώσεις για την πρωτομαγιά, την ημέρα της γυναίκας, την ημέρα του παιδιού, ανέβαζαν θεατρικές παραστάσεις, έγιναν το αποκούμπι για όλες τις γυναίκες του χωριού και τις οικογένειες που είχαν ανάγκη. Μάλιστα εφάρμοζαν τότε πρακτικές, που σήμερα ακόμη προσπαθούμε να εφαρμόσουμε για να διευκολύνουμε τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ζωή. «Αν είχαμε λεχώνες ή γυναίκες που είχαν μιτσιά μωρά, εκάμναμε τη συνεδρία στο σπίτι τους. Επηαίναμε εμείς κοντά τους αφού δεν εμπορούσαν να έρθουν τζίνες.». 

Η ίδια παραδέχεται, πως όσο δυναμική και αν είσαι, όταν έχεις σύζυγο και πέντε παιδιά είναι δύσκολο να είσαι στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο, η Λούλα, κατάφερε με πολύ πείσμα να ανταποκριθεί στη σκληρή αγροτική δουλειά, στις απαιτήσειςτης οικογένειας, στο ρόλο της ως μητέρα πέντε παιδιών και στη συνέχεια ως γιαγιά, χωρίς να λείψει λεπτό από τους αγώνες αλλά και από το πλευρό εκείνων που την είχαν ανάγκη.

Η Λούλα ευτύχησε, όπως λέει, να υπηρετήσει την τάξη της από διάφορα πόστα. Διετέλεσε πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Αγρότισσων, μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής της ΕΚΑ και για πολλά χρόνια γραμματέας και μελος του Γραφείου της κομματικής της ομάδας. Ως φυσική συνέχεια αυτής της δράσης, εκλέγηκε το 1979 ως η πρώτη γυναίκα κοινοτική σύμβουλος, σε μια εποχή που το ΑΚΕΛ και η Αριστερά είχαν θέσει ως στόχο την εισδοχή των γυναικών στα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Με αυτό της τον ρόλο, η Λούλα προώθησε ριζοσπαστικά για την εποχή μέτρα. “Όταν ήμουν στο κοινοτικό συμβούλιο εδιεκδικήσαμε και εκατακτήσαμε δομές φροντίδας παιδιών, για να αφήνουν οι μανάδες που είχαν ανάγκη τα μωρά τους τζαι να πηαίνουν στη δουλειά. Εκάμαμε πολλά μες το χωρκό, από το να φροντίζουμε να ανοίουν δρόμοι, μέχρι να παρεμβαίνουμε με τον σύντροφο τον Πασιουρτίδη, τον μουχτάρη μας, σε τζίνες τες οικογένειες που εδιαλύουνταν, που οι άντρες επίναν τζι εδέρναν τες γεναιτζες τους.”

Θα μπορούσα να μιλώ για πολλή ώρα ακόμη για τη Λούλα Σταύρου Ρωτή. Για αυτό το φωτεινό πρότυπο που έχουμε σήμερα μαζί μας. Για αυτή τη λαϊκή αγωνίστρια, που δεν έγινε ποτέ πολύ γνωστή, που δεν βρέθηκε ποτέ σε λαμπερά γκαλά και προεδρικά σαλόνια, που δεν δέχτηκε ποτέ ευνοϊκή μεταχείριση επειδή είναι γυναίκα. Αντίθετα, πήρε τον άλλο δρόμο. Εκείνον που είτε σε λένε Λούλα, είτε σε λένε Κλειώ, Κατίνα ή Φάνη, έχεις μία μόνο επιλογή: Να παλέψεις οργανωμένα και συλλογικά. Για τις πολλές και τους πολλούς, τους άκληρους, τους μη προνομιούχους. Και να συνεχίζεις να παλεύεις ξέροντας πως ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούν γυναίκες και άντρες από τα δεσμά τους, είναι να δημιουργήσουμε μια άλλη κοινωνία, δικαιότερη. 

Πολύτιμη μας συντρόφισσα, συχνά μας λες ότι δεν θέλεις να σε ακολουθούμε. Ότι θέλεις να μας βλέπεις να πηγαίνουμε μπροστά. Απόψε μαζί με το βραβείο σου δίνουμε τούτη την υπόσχεση, σε σένα και σε όλες όσες αγωνίστηκαν μαζί σου. Πιο μπροστά, μόνο μπροστά, όλο μπροστά. Πιο μαζικά και πάντα αγωνιστικά. Στο δρόμο που χαράξατε, στο δρόμο που φωτίσατε με την αγάπη σας στους ανθρώπους και την πίστη σας στο δίκιο.

Sign Up to Our Newsletter

Be the first to know the latest updates

[mc4wp_form id="15069" element_id="style-1"]