Τιμούμε τις γυναίκες της Κύπρου, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, 50 χρόνια μετά το πραξικόπημα και την εισβολή – 60 χρόνια μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις.
Τιμούμε τη Δέσπω Εγγλέζου Ζησίμου και τη Λεϊλά Χουσεϊν Κιράλπ
Αγαπητές φίλες και φίλοι ……
Όταν το 2017 ως Γυναικείο Κίνημα ΠΟΓΟ πήραμε την απόφαση να καθιερώσουμε το Βραβείο Γυναικείας Προσφοράς, ξέραμε ξεκάθαρα που στοχεύουμε. Αφενός θέλαμε να αναδείξουμε γυναίκες από διάφορους τομείς της ζωής για να συντείνουμε στην καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων που συντηρούν την ανισότητα και την ανισοτιμία ανάμεσα στα φύλα. Εξάλλου γνωρίζουμε καλά τα προβλήματα των γυναικών, ιδιαίτερα αυτών που προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Των λιγότερο προνομιούχων, των άνεργων, των χαμηλοσυνταξιούχων, των μονογονιών, των μεταναστριών και των προσφύγισσων, των γυναικών με αναπηρίες και των γυναικών ΛΟΑΤΚΙ. Η έμφυλη βία, οι διακρίσεις στην εργασία, το χάσμα αμοιβών και συντάξεων, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο πόλεμος και η προσφυγιά είναι η καθημερινότητα που βιώνουν πολλές γυναίκες στην Κύπρο και στον κόσμο.
Αφετέρου, θέλαμε να καθιερώσουμε ένα θεσμό ο οποίος θα ρίξει φως στις γυναίκες που δεν συμμετέχουν σε λαμπερά γκαλά και σε βραδιές που προωθούν την μόδα και την ομορφιά αναπαράγοντας τα αναχρονιστικά στερεότυπα του φύλου εις βάρος των γυναικών και της κοινωνίας. Ένα θεσμό που να αναδεικνύει γυναίκες που με το έργο και την προσφορά τους έχουν συντείνει στην πρόοδο της κοινωνίας μας, στο συλλογικό καλό αλλά και στην ισότητα των φύλων.
Μάλιστα, αποφασίσαμε να ονομάσουμε το Βραβείο με το όνομα δύο πραγματικά πρωτοπόρων γυναικών, της Κλειώς Χριστοδουλίδου και της Κατίνας Νικολάου. Δύο γυναικών των οποίων, όπως έχει ήδη ακουστεί, ολόκληρη η πορεία ήταν ταυτισμένη με τους αγώνες για ισότητα και ισοτιμία των φύλων, τα δικαιώματα των γυναικών, την πρόοδο και τη δικαιοσύνη.
Σήμερα, 8 χρόνια μετά την πρώτη Τελετή Απονομής του Βραβείου Γυναικείας Προσφοράς, δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουν ανατραπεί οι λόγοι της γυναικείας ανισοτιμίας, ούτε ότι έχουν πάψει να υφίστανται αναχρονιστικοί θεσμοί που δίνουν κατά την άποψη μας λανθασμένα μηνύματα. Ωστόσο, καταφέραμε να τιμήσουμε μέσω αυτού του Βραβείου πολλές γυναίκες οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση για όσες και όσους αγωνίζονται για την κοινωνία που εμείς οραματιζόμαστε. Την κοινωνία της ειρήνης και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Φέτος, 50 χρόνια μετά το προδοτικό πραξικόπημα και τη βάρβαρη Τουρκική εισβολή, και 60 χρόνια μετά τις διακοινοτικές ταραχές και φέρνοντας στον νου τις μέρες που σημαδεύτηκαν με λέξεις όπως θάνατος, προδοσία, απώλεια και ξεριζωμός επιλέξαμε να αναδείξουμε μέσω του Βραβείου Γυναικείας Προσφοράς, τα δεινά που έχουν υποστεί οι γυναίκες του τόπου μας, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες.
Όπως είναι γνωστό, ο πόλεμος, έχει και βαθιά έμφυλη διάσταση. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα στις περιόδους πολέμου, ενισχύεται περαιτέρω η ιεραρχία των φύλων και οι έμφυλες σχέσεις μπαίνουν σε άλλη διάσταση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο πόλεμος θεωρείται ως μια καθαρά ανδρική υπόθεση, ένας βίαιος διαγωνισμός μεταξύ στρατών και εξοπλισμών. Η αντίληψη αυτή προκύπτει από την στερεοτυπική υπεραπλούστευση ότι οι άντρες είναι εκ φύσεως βίαιοι ενώ οι γυναίκες είναι συναισθηματικές και διατηρούν ρόλο παθητικό.
Κατά την λήξη ενός πολέμου, τόσο οι επιβραβεύσεις όσο και οι απώλειες αποδίδονται συνήθως στους άντρες. Στους νικητές και στους ηττημένους. Τείνουμε να καταμετρούμε σκοτωμένους, αιχμάλωτους, αγνοούμενους. Να υπολογίζουμε τη διεύρυνση ή τη συρρίκνωση συνόρων, ή κατά την αρχαιότητα τη συλλογή και την απώλεια λαφύρων. Ωστόσο, δεν βλέπουμε τα δεινά που υπόκεινται οι γυναίκες, οι οποίες θεωρητικά βρίσκονται στη σκιά των πρωταγωνιστών.
Στην αρχαιότητα οι γυναίκες καταμετρούνταν ως πολεμικά λάφυρα. Σήμερα οι γυναίκες και τα παιδιά αναγνωρίζονται ως το μεγαλύτερο μέρος του άμαχου πληθυσμού και αποτελούν βασικό στόχο επιθέσεων που συχνά αναφέρονται ως παράπλευρες απώλειες. Επιπρόσθετα, το πέρας των πολέμων δυσχεραίνει περαιτέρω τη θέση των γυναικών καθώς βιώνουν τεράστιες δυσκολίες στην ενσωμάτωση στη νέα κατάσταση ενώ συχνά τυγχάνουν εκμετάλλευσης, πέφτουν θύματα έμφυλης βίας και σωματεμπορίας.
Η περίπτωση της Κύπρου δεν είναι διαφορετική. Μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64 και τα τραγικά γεγονότα του 1974 μετρήσαμε απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, οδηγηθήκαμε στην προσφυγιά, αναγκαστήκαμε ως κοινωνία να ζήσουμε με το τραύμα που άφησε πίσω του ο όλεθρος. Ο λαός μας κλήθηκε να καταμετρήσει τα νεκρά παιδιά του, τους αιχμαλώτους, τους αγνοούμενους, τους εγκλωβισμένους και τις εγκλωβισμένες.
Ωστόσο, σε αυτή την εξίσωση δεν υπολογίσαμε στις πραγματικές τους διαστάσεις τις επιπτώσεις του πολέμου και των συγκρούσεων στις γυναίκες. Λόγω των κοινωνικών ταμπού και της πατριαρχικά δομημένης κοινωνίας έχουν μείνει και εδώ, όπως και αλλού στην αφάνεια, οι συνέπειες που βίωσαν οι γυναίκες της Κύπρου∙ κάποιες μάλιστα αποσιωπήθηκαν. Είναι γεγονός πως πολύ λίγες αναφορές γίνονται για το ρόλο της γυναίκας στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας, της οικονομίας και στην επούλωση των πληγών της προσφυγοποίησης, του εκτοπισμού, της απώλειας αγαπημένων προσώπων, της αναμονής για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, της αντίστασης και της παραμονής των εγκλωβισμένων στα χωριά τους, στο ξαναστήσιμο της ζωής και στην στήριξη της οικογένειας. Κι ακόμη δεν καταγράφηκαν επίσημα ποτέ οι βιασμοί που βίωσαν Ελληνοκύπριες γυναίκες στα χέρια του Αττίλα και φυσικά πολύ λίγοι μίλησαν για τους βιασμούς Τουρκοκυπρίων γυναικών στα χέρια ελληνοκύπριων φασιστών της ΕΟΚΑ Β΄.
Η Κύπρια πήρε κυριολεκτικά τη ζωή στα χέρια της, μπαίνοντας μαζικά στην εργασία συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των συνεπειών της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής της πατρίδας μας. Να φροντίσει την οικογένεια στο αντίσκηνο και στις υπαίθριες κουζίνες και λεκάνες πλυσίματος, να μετατρέψει το ξένο σπίτι σε χώρο διαμονής της δικής της οικογένειας, να ξαναφτιάξει το σπίτι ή διαμέρισμα στον προσφυγικό συνοικισμό με τις μνήμες του δικού της σπιτιού από το χώρο καταγωγής της.
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι οι μαχητικές κινητοποιήσεις των μανάδων και συζύγων των αγνοουμένων που κράτησαν το θέμα των αγνοουμένων στην επικαιρότητα και οδήγησαν στη λειτουργία της ΔΕΑ που συνεχίζει μέχρι σήμερα τη συλλογή πληροφοριών, τις εκταφές και ταυτοποιήσεις των εναπομεινάντων Ε/κ και Τ/κ αγνοουμένων .
Είναι η σθεναρή παρουσία και στήριξη των γυναικών που κράτησαν τους εγκλωβισμένους μας και τις οικογένειές τους στα εγκλωβισμένα χωριά χωρίς να πτοούνται από τις στερήσεις και τον εκφοβισμό. Παρά την απώλεια και την αγωνία που βίωσαν οι εγκλωβισμένες οικογένειες αφού υποχρεώνονταν να αποχωριστούν τα 12χρονα παιδιά τους για να τα στείλουν στις ελεύθερες περιοχές να συνεχίσουν τη μόρφωση τους.
Και φυσικά ελάχιστα αναφερθήκαμε σε αυτές που υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν, να πάνε Αγγλία, Αυστραλία, Αμερική, Ελλάδα και αλλού. Που φεύγοντας από το σπίτι τους, βρέθηκαν εκτοπισμένες σε κάθε γωνιά της Κύπρου και του κόσμου, προσπαθώντας να βρουν στέγη για την οικογένεια τους, να βρουν την οικονομική δυνατότητα να συντηρήσουν την οικογένεια τους, να επιβιώσουν περιμένοντας την επιστροφή.
Οι τιμώμενες με το 8ο Βραβείο Γυναικείας Προσφοράς, Δέσπω Εγγλέζου Ζησίμου και Λεϊλά Χουσεϊν Κιράλπ, είναι δύο γυναίκες που έχουν βιώσει τον όλεθρο και την απώλεια καθώς έχασαν δικά τους αγαπημένα πρόσωπα αλλά και τον εκτοπισμό αφού ζουν μακριά από τα χωριά καταγωγής και τα σπίτια τους. Στο όνομα τους η ΠΟΓΟ επιλέγει να τιμήσει σήμερα όλες τις γυναίκες της Κύπρου που βίωσαν τις τραγικές συνέπειες των συγκρούσεων και του πολέμου.
Ταυτόχρονα, μέσω της φετινής απονομής του Βραβείου, θέλουμε να καταδείξουμε ότι οι συγκρούσεις, ο πόλεμος και η κατοχή έχουν πλήξει όλες τις Κύπριες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, στέλνοντας έτσι ηχηρό μήνυμα για την ανάγκη επανένωσης του λαού μας. Μόνο αν αναγνωρίσουμε τα κοινά μας λάθη, τις κοινές μας πληγές αλλά και τους κοινούς μας στόχους θα καταφέρουμε να επανενώσουμε την μοιρασμένη μας πατρίδα και να προδιαγράψουμε ένα καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές Κυπρίων.
Η πρώτη τιμώμενη είναι Δέσπω Εγγλέζου Ζησίμου από την Άσσια και τώρα στη Λάρνακα.
Η Δέσπω ήταν σύζυγος, του αγνοούμενου Αρτέμη Φραγκόπουλου, κόρη του αγνοούμενου Γιώργου Εγγλέζου και αδελφή των αγνοούμενων Νίκου, 23 χρονών, φοιτητή που ήρθε μια μέρα πριν το πραξικόπημα από τη Μόσχα για τις καλοκαιρινές διακοπές, του Γιαννάκη που ήταν 17.5 χρονών και του Αντωνάκη 16 χρονών. Μαζί τους την μέρα της καταστροφής ήταν και δύο ξάδελφοι της που έμεναν στο διπλανό σπίτι, ο Χριστάκης 14 χρονών και ο Γιωργάκης 10 χρονών.
Η Δέσπω περιγράφει: «Στο γκαράζ Παυλίδη όπου γινόταν χαμός με τους αιχμαλώτους, μας πλησίασε ένας τούρκος και μας έδειχνε φωτογραφίες με σκοτωμένα μωρά και γυναίκες, λέγοντας μας: να δείτε τι κάνουν οι δικοί σας. Τη νύκτα όταν ξαπλώσαμε χαμέ με αγκαλιά το μωρό μου ένοιωθα ότι ήταν η τελευταία μας νύκτα. Αργότερα κατάλαβα ότι σκότωσαν τους δικούς μας ως αντίποινα σε αυτά που έκαναν οι φασίστες στην Τόχνη, Αλόα, Σανταλάρη.»
Τον Οκτώβριο του 2013, παραδόθηκαν τα οστά τους αφού εντοπίστηκαν σε μαζικό τάφο έξω από την Αφάνεια και αποδείχτηκε ότι όταν τους συνέλαβαν, βγήκαν έξω από το χωριό και τους σκότωσαν.
Ούτε θέλω, ούτε μπορώ να περιγράψω άλλο για την οικογένεια της Δέσπως. Να πω μόνο ότι, όταν της ανέφερα ότι την προτείνουμε για το Βραβείο Γυναικείας Προσφοράς μου απάντησε «και τι πρόσφερα εγώ». Την οικογένεια σου όλη Δέσπω, της απάντησα. Και στο πρόσωπο σου όλων των γυναικών, των μανάδων αγνοουμένων, της μάνας σου της Χρυστάλλας που έδωσε σύζυγο, 3 λεβέντες γιούς, γαμπρό, αδελφοτέχνια. Που σταθήκατε σαν βράχος η μια δίπλα στην άλλη για να μεγαλώσετε το μικρό Φράγκη, 22 μηνών τότε.
Αυτό που σας ξεχώριζε όμως ήταν η αξιοπρέπεια με την οποία αναζητούσατε την αλήθεια για ότι συνέβη, τη δύναμη να σφίξετε τη γροθιά σας δίπλα από τον μικρό Φράγκη για να τον μεγαλώσετε χωρίς να του λείψει τίποτε, να μην επιτρέψετε σε κανένα να σας λυπηθεί, να σας εκμεταλλευτεί, πήρες πρωτοβουλίες για να επιβιώσετε, να δουλέψεις στα χωράφια, να κάμνεις τσάντες, να κεντάτε τα Ασσιώτικα, να εργαστείς στο Συνεργατικό Υφασματοπωλείο, να λειτουργήσεις το δικό σου κατάστημα για να μεγαλώσεις τα 3 σου παιδιά που απόκτησες μαζί με το σύζυγο σου Σπύρο Ζήσιμο και την νέα οικογένεια που δημιούργησες.
Σε γνώρισα μέσα από τις κινητοποιήσεις σε όλη την Κύπρο για το θέμα των αγνοουμένων. Μαζί με στελέχη της ΠΟΓΟ και άλλων γυναικείων οργανώσεων, οργώνατε τα χωριά και τους συνοικισμούς για να οργανωθούν οι γυναίκες στις κινητοποιήσεις για το ανθρωπιστικό δράμα των αγνοουμένων και των προσφύγων.
Τιμώμενη απόψε είναι και η Τουρκοκύπρια συμπατριώτισσα μας Leyla Hussein Kiralp, από το Ζύγι και τώρα στον Άγιο Σέργιο.
Στις 14 Αυγούστου 1974 ένα στρατιωτικό όχημα, με άντρες της ΕΟΚΑ Β, απήγαγαν τον σύζυγο της Αχμέτ με πολλούς άλλους. Από τότε δεν τον ξαναείδε και όπως αναφέρει στο βιβλίο της, «κανένας δεν ήξερε να µας πει τι είχαν απογίνει οι Τουρκοκύπριοι αιχμάλωτοι της Τόχνης. Έστελνα κάθε µέρα µήνυµα στον Αχµέτ, όµως δεν έπαιρνα απάντηση. Οι νεκροί δεν απαντάνε!». Ο Αχµέτ ήταν 25 χρόνων και η Λεϋλά 19 και μόλις 8 μήνες παντρεμένοι. Αργότερα έµαθε ότι τον σκότωσαν µαζί µε άλλα 83 άτοµα κοντά στη Λεµεσό. Τα οστά τους βρέθηκαν στη Γεράσα και την Παρεκκλησιά και επιστράφηκαν στις οικογένειες τους για κατάλληλη ταφή.
Η Leyla Hussein Kiralp, έχει γράψει βιβλία για τον πόνο της και τη δυστυχία της και πάντοτε ήταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την επούλωση των πληγών και την επανένωση του νησιού μας. Μέρος αυτών των βιβλίων μάλιστα τα παραχώρησε στην ΠΟΓΟ για να πωληθούν και τα έσοδα να δοθούν για στήριξη του Ιδρύματος Αροδαφνούσα.
Σε άρθρο της αναφέρει: «Η ειρήνη είναι δύσκολη και απαιτεί θυσίες, αλλά είναι απαραίτητη για τη χώρα µας και το λαό µας. Ναι, έχασα τον σύζυγό µου, τους συγγενείς µου, τους χωριανούς µου, το σπίτι µου και την πατρίδα µου, αλλά η αβεβαιότητα που ζούµε από το 1974 µου λέει ότι χρειαζόμαστε απεγνωσµένα την ειρήνη και την επίλυση του Κυπριακού».
«Αυτή η θλίψη που ζήσαµε δεν ήταν επιλογή µας, ούτε για εµένα ούτε για τις χιλιάδες Κύπριες γυναίκες. Μας ανάγκασαν να υποφέρουµε αυτήν τη θλίψη. Οι υπεύθυνοι για αυτήν τη θλίψη είναι εκείνοι που δεν αποδέχτηκαν την Κύπρο ως πατρίδα τους και τους Κυπρίους ως συµπατριώτες τους, αλλά οδήγησαν τις δύο κοινότητες να γίνουν εχθροί µεταξύ τους. Όσοι έδωσαν τις εντολές είναι εξίσου ένοχοι µε όσους τράβηξαν τη σκανδάλη.
Αρχικά, δεν είχα συνειδητοποιήσει αυτήν τη µεγάλη και τροµερή τραγωδία. ∆εν ήταν εύκολο να το ξεπεράσω. Ήταν δύσκολο, αλλά ήταν αναγκαίο να πληρώσουµε ένα τίµηµα. Η Λεϋλά άντεξε τις αντιδράσεις αυτών που την κατηγόρησαν λέγοντας της “δεν ντρέπεσαι, να θέλεις να συµφιλιωθείς µε τους Ελληνοκύπριους που σκότωσαν τον σύζυγό σου; Αυτό είναι προδοσία προς αυτόν και τους άλλους συγγενείς του”. Παρόμοια σχόλια δέχτηκε πολύ πρόσφατα και η Δέσπω. Η φράση: «Τα χέρια τα δικά μου δεν τα απλώνω για τιμητικές πλακέτες δίπλα με μια Τουρκαλα», είναι σχόλιο κάτω από ανάρτηση σε ΜΚΔ για την σημερινή εκδήλωση.
Φίλες και φίλοι,
Η Δέσπω και η Λεϊλά γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να χάνεις τον άνθρωπό σου, όλη σου την οικογένεια. Να ψάχνεις και να περιμένεις απαντήσεις για 50 χρόνια. Και µετά, μετά από τόσο πόνο και αγωνία να σου παραδίδουν σε ένα κουτί τα οστά τους. Γνωρίζουν όμως εξίσου καλά ότι ο πόνος τους είναι κοινός και ότι για αυτόν δεν ευθύνονται οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι αλλά εκείνοι που για τα ξένα συμφέροντα βιαιοπράγησαν εις βάρος του λαού μας.
Σήμερα, με την απονομή αυτού του Βραβείου, σε αυτές τις δύο γυναίκες θέλουμε να τις ευχαριστήσουμε, αυτές αλλά και όλες τις Κύπριες, για τις θυσίες που έχουν κάνει για την πατρίδα μας. Για τον ανείπωτο πόνο, το δάκρυ, την απελπισία και τη θλίψη που βίωσαν. Για όλα αυτά που αποτελούν ακριβή και ανεκτίμητη συνεισφορά στα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Και είμαστε εδώ για να στείλουμε ηχηρό μήνυμα, πως όλες αυτές οι θυσίες δεν πρόκειται να πάνε χαμένες. Πως θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για μια κοινωνία απαλλαγμένη από εθνικισμό και μισαλλοδοξία. Πως θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την επανένωση του νησιού μας και των ανθρώπων του και για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης στο πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας η οποία θα διασφαλίζει την ενότητα του κράτους μας με μια κυριαρχία, μια διεθνή προσωπικότητα, μια ιθαγένεια και με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως αυτή καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

