Ομιλία Πρώην Υπουργού Εξωτερικών, Ερατώς Κοζάκου Μαρκουλλή στην εκδήλωση με αφορμή την συμπλήρωση 52 χρόνων για τις Μαύρες Επετείους

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ

Αγαπητές φίλες,

Πενήντα δύο χρόνια μετά το προδοτικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη και υπό κατοχή και αντί να βρισκόμαστε πιο κοντά στη λύση, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία από τις πιο κρίσιμες και επικίνδυνες περιόδους στην ιστορία του Κυπριακού. Εδώ και εννέα χρόνια δεν διεξάγονται διαπραγματεύσεις, η διχοτόμηση παγιώνεται και η άνοδος του εθνικισμού και της ακροδεξιάς τροφοδοτεί τον φόβο, τη μισαλλοδοξία και την αδιαλλαξία.

Η σημερινή εκδήλωση δεν αποτελεί μόνο μια ευκαιρία να τιμήσουμε τη μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους και όσων βίωσαν τραγικές καταστάσεις ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του προδοτικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής. Είναι και μια ευκαιρία να αναλογιστούμε γιατί, ύστερα από έξι ολόκληρες δεκαετίες προσπαθειών, ξεκινώντας από τις δικοινοτικές συγκρούσεις του 1963, δεν καταφέραμε να επανενώσουμε την πατρίδα μας. Και είναι επίσης ευκαιρία να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το πού βρισκόμαστε σήμερα και πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ξανά προοπτική ειρήνης.

Επί έξι δεκαετίες, τα Ηνωμένα Έθνη κατέβαλαν συνεχείς προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού. Επτά Γενικοί Γραμματείς και δεκάδες αντιπρόσωποι τους, αφιέρωσαν χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο στην αναζήτηση μιας συνολικής συμφωνίας. Αρκετές φορές φτάσαμε κοντά σε μια λύση, όμως πάντα την αισιοδοξία διαδεχόταν η απογοήτευση.

Η πιο σημαντική, ίσως, ευκαιρία των τελευταίων χρόνων, παρουσιάστηκε στο Κραν Μοντανά το 2017. Όπως κατέγραψε και ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, βρεθήκαμε στο τελευταίο μίλι πριν από μια συνολική συμφωνία, που θα ήταν Κυπριακών προδιαγραφών και ιδιοκτησίας. Δυστυχώς και εκείνη η ιστορική ευκαιρία χάθηκε και ακολούθησαν εννέα χρόνια ακινησίας και αδιεξόδων, χωρίς ουσιαστικές συνομιλίες και με νέα τετελεσμένα να εμπεδώνονται στο έδαφος. Η ευθύνη και της δικής μας πλευράς, κυρίως του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και των συνεργατών του, περιλαμβανομένου και του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας, για την κατάρρευση της διάσκεψης στο Κραν Μοντανά και για το τί ακολούθησε, είναι τραγικά τεκμηριωμένη.

Σήμερα, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη. Οι γενιές που έζησαν σε μια ενωμένη Κύπρο και είχαν μνήμες και εμπειρίες από τη συνεργασία και συμβίωση των δύο κοινοτήτων, φεύγουν. Οι νεότερες γενιές μεγαλώνουν χωρίς προσωπικές μνήμες μιας κοινής πατρίδας, ενώ η αλλοίωση του χαρακτήρα των κατεχόμενων περιοχών μας συνεχίζεται και οι νέες πραγματικότητες χαράζονται ανεξίτηλες. Κάθε χρόνος, κάθε στιγμή που περνά καθιστά τη λύση πιο δύσκολη.

Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων, απαιτείται σοφία, σοβαρότητα, υπευθυνότητα και απόλυτη προσήλωση στον στόχο. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να παρασυρόμαστε από οικονομικά συμφέροντα, πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες και επικοινωνιακούς τακτικισμούς, που αποπροσανατολίζουν και απομακρύνουν από το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης. Η πλήρης έλλειψη διαφάνειας στη διαχείριση του Κυπριακού, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και δημιουργεί σύγχυση, σε μια περίοδο που απαιτείται ξεκάθαρη στρατηγική.

Η θέση μας πρέπει να είναι σαφής: η μόνη ρεαλιστική και διεθνώς αποδεκτή προοπτική επανένωσης της Κύπρου, παραμένει η λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, όπως αυτή καθορίζεται από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, με δέσμευση στις συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν μέχρι και το Κραν Μοντανά και στο Πλαίσιο Γκουτέρες του 2017.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, με βάση αυτές τις συγκλίσεις διασφαλίζεται ότι η επανενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα διαθέτει μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια. Αυτές οι τρεις βασικές αρχές αποτελούν το θεμέλιο μιας λειτουργικής ομοσπονδιακής λύσης, που θα επιτρέπει σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους να συνυπάρχουν, να συμβιώνουν και να συνεργάζονται σε ένα κοινό ευρωπαϊκό κράτος, με πλήρη σεβασμό ο ένας στην ταυτότητα του άλλου, και με κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα πλαίσια του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, με ένα ξεκάθαρο οδικό χάρτη, σαφές χρονοδιάγραμμα, μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδων, συμμετοχικότητα  και πλήρη διαφάνεια. Η κοινωνία δεν μπορεί να ενημερώνεται μέσα από διαρροές και παραπληροφόρηση. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πού βρισκόμαστε, ποιοι είναι οι στόχοι, ποιες οι προκλήσεις και πώς διαμορφώνεται το μέλλον του τόπου μέσα από τις διαπραγματεύσεις για μια συνολική συμφωνία.

Παράλληλα, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο ως εγγυητή της εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου, όσο και ως παράγοντα που μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας και στην αξιοποίηση των ευρωτουρκικών σχέσεων ως κινήτρου για την πρόοδο των συνομιλιών. Η διπλωματία απαιτεί σοβαρότητα, συνέπεια και πολιτική διορατικότητα, όχι επικοινωνιακές εξάρσεις.

Σημαντικό κομμάτι της διαπραγματευτικής διαδικασίας αποτελεί και η ανάγκη όπως, πριν η οποιαδήποτε συνολική συμφωνία τεθεί ενώπιον του λαού στα δημοψηφίσματα, προηγηθεί μια ολοκληρωμένη και αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών. Οι Κύπριοι πρέπει να γνωρίσουν με ένα απλό και κατανοητό τρόπο, πώς θα αλλάξει, αν θα αλλάξει η καθημερινότητα τους και πώς θα λειτουργεί το ομοσπονδιακό σύστημα, ποιες θα είναι οι εγγυήσεις για την ασφάλεια και ποια θα είναι τα οφέλη μιας επανενωμένης πατρίδας.

Γι’ αυτό, η εμπλοκή και συμμετοχικότητα της κοινωνίας των πολιτών στη διαπραγματευτική διαδικασία, είναι καίριας σημασίας. Η ειρήνη δεν οικοδομείται μόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οικοδομείται όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι αποτελούν μέρος της διαδικασίας, όταν ενημερώνονται υπεύθυνα και όταν αποκτούν εμπιστοσύνη ότι το κοινό μέλλον με τους τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, μπορεί να είναι καλύτερο από την παρούσα κατάσταση πραγμάτων, της διαίρεσης και της κατοχής.

Και ακριβώς εδώ, αναδεικνύεται ένας παράγοντας που διαχρονικά υποτιμήθηκε στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού: η ουσιαστική συμμετοχή των γυναικών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη.

Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην ισότητα των φύλων, οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε θέσεις πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής εξουσίας. Η Κύπρος, δυστυχώς, καταγράφει τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη συμμετοχή των γυναικών στα ανώτερα επίπεδα λήψης αποφάσεων. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία στερείται πολύτιμες γνώσεις, εμπειρίες και διαφορετικές προσεγγίσεις, που μπορούν να οδηγήσουν σε πιο ολοκληρωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.

Η ουσιαστική συμμετοχή των γυναικών δεν αφορά μόνο την αριθμητική εκπροσώπηση. Σημαίνει, πρώτιστα, την πραγματική δυνατότητα να επηρεάζουν πολιτικές και να συμβάλλουν ισότιμα στη διαμόρφωση αποφάσεων. Όταν τα κέντρα λήψης αποφάσεων, μέσα από τη συμμετοχή των γυναικών, αντικατοπτρίζουν την πολυμορφία της κοινωνίας, οι πολιτικές που παράγονται ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες όλων των πολιτών. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οργανισμοί, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις με μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών στην ηγεσία τους, παρουσιάζουν συχνά καλύτερα αποτελέσματα, περισσότερη καινοτομία και πιο ισορροπημένες πολιτικές. Επομένως, η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών δεν ωφελεί μόνο τις ίδιες, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν αναφερόμαστε στην ειρήνη και στην επίλυση συγκρούσεων. Οι γυναίκες βιώνουν έντονα τις συνέπειες των πολέμων και σε  πολλές περιπτώσεις αποτελούν τραγικά θύματα βιασμών, που χρησιμοποιούνται ως όπλο πολέμου, όπως συνέβηκε και στην περίπτωση της Κύπρου, με Ελληνοκύπριες να βιάζονται βάναυσα από τον τουρκικό στρατό και Τουρκοκύπριες από εξτρεμιστές της ΕΟΚΑ Β. Τα περισσότερα επίσης θύματα όλων των εμπόλεμων συγκρούσεων είναι γυναίκες και παιδιά. Παρόλες τις τραγικές αυτές εμπειρίες, οι γυναίκες βρίσκονται πάντα μπροστά σε όλους τους αγώνες για την επίτευξη και οικοδόμηση της ειρήνης και για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Ιστορικά όμως, στις πλείστες περιπτώσεις, οι γυναίκες βρίσκονται αποκλεισμένες από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Γι’ αυτό και το Ψήφισμα 1325 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, υπογραμμίζει ότι η ουσιαστική συμμετοχή των γυναικών στην πρόληψη συγκρούσεων, στις διαπραγματεύσεις και στην οικοδόμηση της ειρήνης, αποτελεί βασική προϋπόθεση για βιώσιμες λύσεις. Έρευνες έχουν καταδείξει ότι όταν οι γυναίκες συμμετέχουν ενεργά στις ειρηνευτικές διαδικασίες, οι συμφωνίες έχουν περισσότερες πιθανότητες να εφαρμοστούν και να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.

Η Κύπρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η συμμετοχή των γυναικών στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη, μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική. Το Κυπριακό παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες και η πρόοδος εξαρτάται όχι μόνο από την πολιτική βούληση των ηγετών, αλλά και από την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Οι γυναίκες διαθέτουν εμπειρίες, γνώσεις και πρωτοβουλίες που μπορούν να συμβάλουν στη συμφιλίωση, στη γεφύρωση των διαφορών και στην ενίσχυση της συνεργασίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι γυναίκες δεν πρέπει να περιορίζονται σε συμβουλευτικό ρόλο, αλλά σε μια ενεργό και αποφασιστική συμμετοχή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όταν οι γυναίκες συμμετέχουν αποκλειστικά ως τεχνοκράτες και δεν έχουν ξεχωριστό ρόλο και λόγο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τότε η συμμετοχή τους δεν μπορεί να θεωρείται αποφασιστική. Για το θέμα αυτό, μιλώ με βάση τη δική μου προσωπική εμπειρία, που απορρέει από τη συμμετοχή μου στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό σε διάφορες χρονικές περιόδους.

Πρόσφατα, σημαντικές δικοινοτικές πρωτοβουλίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων γυναικών έχουν ήδη καταδείξει, ότι ο διάλογος και η συνεργασία, αλλά κυρίως οι κοινοί αγώνες για την επανένωση και την ειρήνη, μπορούν να αναπτυχθούν και να ευοδώσουν ακόμη και σε περιόδους πολιτικής στασιμότητας και αδιεξόδων.

Η ειρήνη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα πολιτικών συμφωνιών. Είναι και αποτέλεσμα εμπιστοσύνης, συνεργασίας και ενεργού συμμετοχής των πολιτών. Οι γυναίκες της Κύπρου, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, έχουν το δικαίωμα, αλλά και τη δυνατότητα, να συμβάλουν ισότιμα στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας μας.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στις διαδικασίες ειρήνευσης, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα δικαιοσύνης. Αποτελεί επένδυση στη δημοκρατία, στη σταθερότητα και στη βιώσιμη ανάπτυξη. Η Κύπρος χρειάζεται τη συμμετοχή όλων των δημιουργικών της δυνάμεων – γυναικών και ανδρών, νέων και ηλικιωμένων, από κάθε κοινότητα – ώστε να οικοδομήσουμε μαζί ένα μέλλον ειρήνης, ασφάλειας, προόδου, ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ας εργαστούμε λοιπόν, ώστε οι γυναίκες να έχουν τη θέση που τους αξίζει,  εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις και εκεί που οικοδομείται η ειρήνη.

Sign Up to Our Newsletter

Be the first to know the latest updates

[mc4wp_form id="15069" element_id="style-1"]