Δερύνεια, 17 Ιουλίου 2026
Συντρόφισσα Γενική Γραμματέα της ΠΕΟ, σύντροφοι Βουλευτές, φίλε Αντιδήμαρχε, σύντροφε Επαρχιακέ Γραμματέα του ΑΚΕΛ Αμμοχώστου, σύντροφε Επαρχιακέ Γραμματέα της ΠΕΟ Αμμοχώστου, Αγαπητή κυρία Μαρκουλλή, Αγαπητή Σκεύη Κουκουμά, Αγαπητοί εκπρόσωποι οργανωμένων συνόλων, αγαπητές συναγωνίστριες της ΠΟΓΟ, φίλες και φίλοι.
Σας ευχαριστούμε θερμά για την παρουσία σας στη σημερινή εκδήλωση. Παρά το γεγονός ότι η ΠΟΓΟ είχε καθιερωμένη εκδήλωση για τις Μαύρες Επετείους την κατάθεση στεφάνων στα μνημεία των ηρώων μας, αποφασίσαμε φέτος να κάνουμε μία άλλη εκδήλωση. Να μιλήσουμε για τις γυναίκες, την δική τους, συχνά αθέατη ιστορία μέσα στη συμφορά εκείνου του Μαύρου Ιούλη, τις θυσίες τους, την προσφορά τους. Να μιλήσουμε για αυτές μέσα από τις δικές τους ιστορίες και να τις κρατήσουμε ως φάρο στον αγώνα μας για λύση και επανένωση.
Η Αθηνά:
Η Αθηνά το 1974 ήταν 45 χρονών. Απόκτησε, μέσα σε ένα ευτυχισμένο γάμο 6 παιδιά, 3 γιούς και 3 κόρες.Με τον άντρα της, καλλιεργούσαν τη γη τους και ζούσαν τη ζωή τους σε μια όμορφη γωνιά της Κύπρου, στην Αγία Τριάδα. Ονειρεύονταν πάντα να μορφώσουν τα παιδιά τους, να τα παντρέψουν, να τα δουν να αποκτούν τα δικά τους σπίτια, παιδιά και οικογένειες. Αυτοί θα ήταν πάντα κοντά! Δίπλα τους, να βοηθούν και να χαίρονται.
Ο Ιούλης του 1974 ανέτρεψε τη ζωή. Η οικογένεια έμεινε εγκλωβισμένη στο χωριό. Τα τρία αγόρια έφυγαν στο εξωτερικό. Τα κορίτσια φοιτούσαν μέχρι τα 12 στο Δημοτικό Σχολείο της Αγίας Τριάδας. Στη συνέχεια, ο οικογενειακός ιστός έπρεπε να κοπεί βίαια καθώς για να συνεχίσουν το σχολείο έπρεπε να μεταβούν στις ελεύθερες περιοχές. Η επικοινωνία με τις κόρες της πολύ αραιή. Μέσω μιας εκπομπής στο ραδιόφωνο μάθαινε αν έφταναν ασφαλείς στο σπίτι που θα τις φιλοξενούσε. Μέσω μιας εκπομπής στο ραδιόφωνο, η κόρη της Αθηνάς ανακοίνωσε στους γονείς της γύρω στο 1990 το γάμο της.
Αν και συζήτησαν πολλές φορές να εγκαταλείψουν, ο άντρας της επέμενε. «Αν φύγουμε χάθηκε το χωριό μας, η πατρίδα μας!» Η Αθηνά υπέμεινε και έμεινε. Δεν μπορούσε να τον αφήσει. Πως θα ζούσε ένας άνθρωπος μόνος του στην άκρη του κόσμου;! Ποιος θα τον φρόντιζε, ποιος θα κρατούσε το νοικοκυριό; Έμεινε μέχρι τα 96 της χρόνια στην Αγία Τριάδα, μακριά από τα παιδιά της και τα εγγόνια της, μακριά από τις σχολικές γιορτές, τις εκδρομές, μακριά από τις χαρές τους και τις λύπες τους. Μια γυναίκα που έγινε ρίζα και σύμβολο. Υπομονής, επιμονής και αντοχής.
Η Μαρία:
Ο Ιούλης του 1974 βρήκε τη Μαρία σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και με ένα κοριτσάκι 3 χρονών στην αγκαλιά. Εκείνο το πρωί ο άντρας της, ο Νίκος, ξεκίνησε για τη δουλειά. Άκουσε όμως ότι καλούσαν για επιστράτευση. Επέστρεψε. Μπήκε βιαστικός στο σπίτι και ετοιμάστηκε γρήγορα. Στρατιωτικά ρούχα και άρβυλα. Στη βιασύνη του μάλιστα έβαλε δύο κάλτσες διαφορετικές.
Δεν επέστρεψε ποτέ! Η Μαρία τον περίμενε! Μεγάλωσε μόνη της δύο παιδιά. Κράτησε το σπίτι. Την οικογένεια. Δούλεψε σκληρά για να μπορέσει να σταθεί οικονομικά, να τα σπουδάσει, να τα παντρέψει. Να μην τους λείψει τίποτα. Το βάρος που κουβαλούσε βαρύ. Δεν ήταν μόνο η απώλεια του δικού της αγαπημένου. Ήταν ότι έπρεπε καθημερινά να εξηγεί στα παιδιά της την απουσία του πατέρα. Δεν είχαν τάφο να κλάψουν. Δεν είχαν ένα τέλος για να αφηγηθούν. Η Μαρία ήταν εκεί. Μόνη της. Για να μάθει στο γιο της όσα η κοινωνία μας έμαθε πως οι πατεράδες μαθαίνουν στα αγόρια: πως να ξυριστεί, πως να πάει στο γήπεδο, πως να φερθεί με τους φίλους και τις παρέες. Ήταν εκεί για να απαλύνει τον πόνο της κόρης της την μέρα του γάμου της, όταν κατάλαβε πως ούτε με αυτή την αφορμή θα έρθει ο παπάς της.
Την μέρα που τους κάλεσαν για να τους ανακοινώσουν ότι ο Νίκος βρέθηκε, η Μαρία ήταν σίγουρη και ψύχραιμη. Μες τα λιγοστά προσωπικά του αντικείμενα που της παρέδωσαν ήταν και δύο διαφορετικές κάλτσες. Εκείνες που έβαλε βιαστικός, εκείνο το πρωί για να τρέξει να υπερασπιστεί την πατρίδα. Εκείνες που δεν έφυγαν λεπτό από το μυαλό της για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες.
Η Μαρία είναι πάντα εκεί. Στις πορείες και στις εκδηλώσεις. Για καταδίκη του πραξικοπήματος και της εισβολής. Για λύση και επανένωση. Έκανε τον πόνο της ελπίδα και παράδειγμα.
_____
Η Καίτη:
Η Καίτη ζούσε σε μία από εκείνες τις περιοχές της Κύπρου που η μόρφωση ήταν σημαντική. Εκείνη την εποχή δεν είχαν πολλές γυναίκες την ευκαιρία να σπουδάσουν. Ειδικά αν δεν ήταν από πλούσιες οικογένειες. Ούτε η Καίτη ήταν πλούσια. Όμως ήταν πολύ καλή μαθήτρια και οι γονείς της ήταν διαθετιμένοι να κάνουν το παν για να σπουδάσει. Το καλοκαίρι του 1974 τέλειωσε το σχολείο. Συντομα θα πήγαινε στο εξωτερικό να σπουδάσει. Με στερήσεις και πολλή προσπάθεια αλλά θα πήγαινε. Ξαφνικά η ζωή ανατράπηκε. Ο πόλεμος τους έστειλε πρόσφυγες σε ένα χωριό πολύ διαφορετικό από το δικό τους όπου οι πρόσφυγες για πολλούς ήταν «ξένοι», «παρείσακτοι», «ενοχλητικοί».
Η Καίτη δεν πήγε τελικά να σπουδάσει. Οι γονείς της έχασαν τις δουλειές τους, πώς θα έστελναν το παιδί τους για σπουδές; Έμεινε σε εκείνο το χωριό. Η κοινωνική πίεση γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη. Αφού δε σπούδασε έπρεπε σύντομα να παντρευτεί. Ήταν προσφύγισσα. Δεν είχε καθόλου προίκα. Καμιά περιουσία. Οι αντιλήψεις της εποχής δεν της έδιναν πολλές επιλογές. Όταν έφτασε στο σπίτι το πρώτο προξενιό η μαμά της είπε αμέσως να απαντήσουν «ναι». Δεν ήξερε αν θα ερχόταν άλλο.
Ο γάμος αποδείχτηκε μαρτύριο. Ο άντρας της πολέμησε στην πρώτη γραμμή το 1974. Δεν κοιμόταν τα βράδια. Ανακαλούσε στο μυαλό του μνήμες από τις μάχες, το θάνατο, τον χαμό. Εθίστηκε στο αλκοόλ. Έγινε βίαιος, επιθετικός. Η Καίτη έζησε μια ζωή γεμάτη ξύλο και κακοποίηση. Δεν είχε που να απευθυνθεί. Η βία κατά των γυναικών ήταν τότε ακόμα μεγαλύτερο στίγμα από ότι είναι σήμερα. Έμεινε. Μεγάλωσε 2 παιδιά. Πάντα αναρωτιέται πως θα ήταν η ζωή αν ήταν αλλιώς εκείνο το καλοκαίρι.
____
Η Ελένη:
Η Ελένη έζησε ότι πιο φρικτό εκείνο το καλοκαίρι. Το βιασμό. Την βίασαν Τούρκοι στρατιώτες όταν είχαν, μαζί με την οικογένεια της εγκλωβιστεί στο χωριό τους. Την βίασαν στο ίδιο δωμάτιο με την αδερφή της. Δεν το συζήτησαν μεταξύ τους ποτέ. Ήξεραν ότι αυτό είναι κάτι που δεν έπρεπε ποτέ να το μάθει κανείς. Άκουσαν ότι πολλές άλλες ήταν θύματα βιασμού και πως μάλιστα πολλές οδηγήθηκαν σε έκτρωση καθώς κυοφορούσαν τα παιδιά των βιαστών τους. Δεν μπόρεσε ποτέ να δεχτεί το ερωτικό άγγιγμα. Δεν πέρασε μέρα που να μη θυμηθεί τις βασανιστικές εκείνες στιγμές. Ζει με ηρεμιστικά. Για να μπορεί να συνεχίσει. Για να ξεχνά. Πριν μερικά χρόνια αποφάσισε ότι έπρεπε να μιλήσει δημόσια για αυτό. Να μάθει, η κοινωνία πως δεν είναι θύματα του πολέμου μόνο οι νεκροί, οι αγνοούμενοι, οι εγκλωβισμένοι. Να μάθει ο κόσμος πως υπάρχουν και αυτές οι γυναίκες που δεν έζησαν ποτέ.

Αγαπητές φίλες/ Αγαπητοί φίλοι,
Οι μαύρες επέτειοι του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής μας επιστρέφουν πάντα στον Ιούλη του 1974 – σε μέρες που σημαδεύτηκαν από απώλεια, πόνο και ξεριζωμό. Συλλογικά κουβαλούμε τις πληγές εκείνης της εποχής, και όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο, τόσο το τραύμα βαθαίνει και οι πληγές κακοφορμίζουν.
Ως Γυναικείο Κίνημα ΠΟΓΟ εντοπίζουμε την ανάγκη να αναφερόμαστε σε αυτή τη πτυχή η οποία παραμένει αποσιωπημένη.
Κατά την λήξη ενός πολέμου καταμετρούμε νικητές και ηττημένους, σκοτωμένους, αιχμάλωτους, αγνοούμενους. Καταμετρούμε τη διεύρυνση ή τη συρρίκνωση συνόρων, την αύξηση ή την απώλεια πόρων. Τι γίνεται όμως πέρα και πίσω από αυτά; Εκεί που πρέπει να διατηρηθεί η ζωή, να αντέξει ο κοινωνικός ιστός, να κρατηθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Εκεί που οι γυναίκες υπομένουν τις πιο σκληρές συνέπειες και οι θυσίες τους παραμένουν στη σκιά;
Η περίπτωση της Κύπρου δεν είναι διαφορετική. Το 1974 καταγράψαμε περίπου 3000 νεκρούς, 1619 αγνοούμενους, 170 000 πρόσφυγες, απώλεια του 37% των εδαφών μας. Ωστόσο, σε αυτή την εξίσωση δεν περιλάβαμε τις επιπτώσεις του πραξικοπήματος και της εισβολής στις γυναίκες. Δεν καταγράφηκαν ποτέ οι βιασμοί που βίωσαν γυναίκες στα χέρια του Αττίλα και φυσικά κανένας δεν μίλησε για τους βιασμούς γυναικών στα χέρια ελληνοκύπριων φασιστών της ΕΟΚΑβήτα. Όταν το 2015 η Ντογούς Ντεριά και η Σκεύη Κουκουμα πρώτες ανάδειξαν το ζήτημα, δέχτηκαν επίθεση από κύκλους της ακροδεξιάς ένθεν και ένθεν του συρματοπλέγματος. Σήμερα, η δεξιά εργαλειοποιεί το ζήτημα των βιασμών, αναγνωρίζοντας μόνο τους βιασμούς που διέπραξε ο Τουρκικός στρατός εις βάρος των Ελληνοκύπριων γυναικών, λες και οι Τουρκοκύπριες που υπέφεραν είναι λιγότερο γυναίκες ή οι ελληνοκύπριοι φασίστες που διέπραξαν αυτές τις φρικαλεότητες είναι λιγότερο βιαστές.
Πολύ λίγες αναφορές γίνονται επίσης για το ρόλο της γυναίκας στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας και της οικονομίας. Στην επούλωση των πληγών της προσφυγοποίησης, του εκτοπισμού, της απώλειας αγαπημένων προσώπων, της αναμονής για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, της αντίστασης και της παραμονής των εγκλωβισμένων στα χωριά τους, στο ξαναστήσιμο της ζωής και στην στήριξη της οικογένειας.
Σχεδόν ποτέ δεν μιλήσαμε για αυτές χωρίς να τις ορίζουμε σε συνάρτηση με τους άνδρες. Μιλάμε για «τη σύζυγο του νεκρού», «τη μητέρα του αγνοούμενου», «την κόρη του αιχμάλωτου». Δεν μιλάμε όμως για τις ζωές αυτών των γυναικών. Τα όνειρα, τους στόχους τους, τις προσδοκίες τους. Τα εμπόδια που ξεπέρασαν και αυτά που τις κράτησαν πίσω. Για όσα πρόσφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν.
Αυτό επιχειρήσαμε να κάνουμε σήμερα. Να αναφερθούμε στις ιστορίες γυναικών που γνωρίζουμε. Σαν αυτές υπάρχουν κι άλλες πολλές. Να δούμε πως η προδοσία, η φρίκη, η καταστροφή επέδρασαν, όχι στα πεδία των μαχών, αλλά στη ζωή των απλών καθημερινών ανθρώπων που έμειναν πίσω.
Γιατί το κάνουμε αυτό; Γιατί κρίνουμε ότι είναι απαραίτητο να σταματήσουμε να γράφουμε την ιστορία των πολέμων στη βάση των στρατών και να ξεκινήσουμε να τη γράφουμε στη βάση της καταστροφής και του ολέθρου που αφήνει πίσω του. Η καταγραφή και η ανάδειξη των εμπειριών των γυναικών είναι ελάχιστη πράξη δικαιοσύνης, καθώς αναγνωρίζει τη δύναμη αλλά και το βάρος που σηκώνουν. Χωρίς αυτή τη διάσταση, η αφήγηση του πολέμου παραμένει ελλιπής και ανιστόρητη.
Η θυσία και η προσφορά τους φωτίζει το δρόμο του αγώνα για λύση και επανένωση του τόπου και του λαού μας. Σήμερα, που η απογοήτευση έχει κατακλίσει την πλειοψηφία του λαού, αυτές οι θυσίες πρέπει να αποτελούν κινητήριο δύναμη στους αγώνες μας αλλά και μοχλό πίεσης για την κυβέρνηση η οποία πρέπει να αδράξει την σημερινή συγκυρία.
Η νέα πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών αποτελεί μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Οι συνομιλίες πρέπει να επανεκκινήσουν από το σημείο που διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, αξιοποιώντας το διαπραγματευτικό κεκτημένο που οικοδομήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μια ουσιαστική και αποτελεσματική διαδικασία που θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της συμφωνίας.
Αυτό που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση, συνέπεια και πραγματική δέσμευση. Εμείς πιστεύουμε ότι η επανένωση της πατρίδας μας είναι εφικτή και θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε γι’ αυτήν, πλάι πλάι με τις συμπατριώτισσες μας Τουρκοκύπριες αλλά και με όλους εκείνους που δεν συμβιβάζονται με τη σημερινή κατάσταση.
Για εμάς, εκδηλώσεις όπως η σημερινή δεν είναι τυπικές. Είναι υπόσχεση ότι δεν ξεχνούμε και ότι συνεχίζουμε τον αγώνα μέχρι να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια Κύπρο ελεύθερη, επανενωμένη, ειρηνική και απαλλαγμένη από την κατοχή και τις εξαρτήσεις.
Σας ευχαριστώ.