Γράφει η Χριστίνα Νικολάου, Μέλος Τοπικού Κινήματος ΠΟΓΟ Αγλαντζίας, Μέλος Γ.Σ ΠΟΓΟ
Η γυναικεία διάσταση του περιβαλλοντικού και ενεργειακού ζητήματος στην Κύπρο είναι κρίσιμη αλλά συχνά υποεκπροσωπούμενη στις δημόσιες συζητήσεις.
Η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση και οι τοπικές περιβαλλοντικές πιέσεις (ξηρασία, πυρκαγιές, απώλεια βιοποικιλότητας) δεν είναι ουδέτερες — πλήττουν άνισα κοινωνικές ομάδες και, σε πολλές περιπτώσεις, επιβαρύνουν περισσότερο τις γυναίκες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (EEA, 2024), οι γυναίκες στην Κύπρο αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας σε σχέση με τους άνδρες, κυρίως λόγω χαμηλότερων μισθών και της έμφυλης ανισότητας στη στέγαση και την απασχόληση. Η Eurostat (2023) καταγράφει ότι πάνω από το 18% των μονογονεϊκών νοικοκυριών στην Κύπρο —που στην πλειοψηφία τους είναι γυναίκες— δυσκολεύονται να διατηρήσουν επαρκή θέρμανση ή ψύξη στο σπίτι. Η ενεργειακή κρίση του 2022-23, που προήλθε από τη διεθνή αστάθεια στις αγορές, ανέδειξε αυτές τις ταξικές και έμφυλες ανισότητες.
Ταυτόχρονα, οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται στα κέντρα λήψης αποφάσεων για την ενέργεια και το περιβάλλον. Μόνο το 28% των θέσεων ευθύνης σε ενεργειακούς οργανισμούς στην Κύπρο καταλαμβάνονται από γυναίκες (στοιχεία Υπουργείου Ενέργειας, 2024). Η απουσία αυτή σημαίνει ότι οι πολιτικές συχνά σχεδιάζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές κοινωνικές και έμφυλες ανάγκες, γεγονός που οδηγεί σε λιγότερο αποτελεσματικά και δίκαια μέτρα.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EEA, 2024) επισημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή ενισχύει τις έμφυλες και κοινωνικές ανισότητες. Στην Κύπρο, οι γυναίκες έχουν μικρότερη πρόσβαση σε σταθερή εργασία, χαμηλότερα εισοδήματα και υψηλότερη πιθανότητα ενεργειακής φτώχειας. Κι όμως, η δημόσια πολιτική συνεχίζει να αντιμετωπίζει την ενεργειακή φτώχεια ως «τεχνικό πρόβλημα», όχι ως κοινωνική αδικία.
Αυτό που αποκαλούμε «ενεργειακή μετάβαση» συχνά κρύβει πίσω της μια νέα μορφή συγκέντρωσης ισχύος. Μεγαλοεπενδυτές αγοράζουν γη για φωτοβολταϊκά πάρκα, εταιρείες κερδοσκοπούν με τις επιδοτήσεις, και η πράσινη ρητορική μετατρέπεται σε βιτρίνα για μια ακόμη φάση του ίδιου οικονομικού μοντέλου που δημιούργησε την κρίση.
Στο κυπριακό πλαίσιο, η εντατική αστικοποίηση, οι κατασκευαστικές υπερβολές και η εμπορευματοποίηση της γης συνδέονται με μια πολιτική που προτάσσει το κέρδος έναντι της κοινωνικής και οικολογικής βιωσιμότητας. Οι γυναίκες, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, βιώνουν την απώλεια φυσικών πόρων και την αύξηση του κόστους ζωής ως καθημερινή πίεση και όχι ως αφηρημένο περιβαλλοντικό “ζήτημα”.
Η κλιματική και ενεργειακή κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα άνθρακα ή καινοτομίας. Είναι ζήτημα εξουσίας. Στην Κύπρο, όπως και αλλού, οι αποφάσεις για το μέλλον του πλανήτη λαμβάνονται από εκείνους που ωφελούνται περισσότερο από το υπάρχον σύστημα — και πλήττουν εκείνους που έχουν τη μικρότερη φωνή. Οι γυναίκες βρίσκονται ακριβώς σε αυτή τη θέση: στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων, αλλά στο περιθώριο των λύσεων.
Η οικολογική δικαιοσύνη χωρίς έμφυλη και κοινωνική δικαιοσύνη είναι ατελής. Η μετάβαση σε μια πράσινη Κύπρο δεν μπορεί να γίνει με τους όρους της αγοράς αλλά μέσα από συλλογικές, δημοκρατικές μορφές συμμετοχής που θέτουν στο επίκεντρο τη ζωή, την κοινότητα και την ισότητα.
Με δημόσιο έλεγχο της ενέργειας και πρόσβαση για όλους, όχι ιδιωτικά μονοπώλια, με ενεργειακές κοινότητες, με εκπαίδευση και τεχνολογική ενδυνάμωση των γυναικών σε θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος.
Η γυναικεία διάσταση του περιβαλλοντικού και ενεργειακού ζητήματος στην Κύπρο δεν είναι περιθωριακή θεματική. Είναι το μέλλον και μια υπενθύμιση ότι καμία πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς εγγύηση ότι η αλλαγή θα είναι δίκαιη και θα αφορά πραγματικά όλους.

