Skip to content Skip to footer

Γυναίκα με Αναπηρία: από την Αορατότητα στη Διεκδίκηση της Ισότητας

Γράφει η Μαρίνα Ανδρέου, Επικεφαλής του Γραφείου για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες Κ.Ε. ΑΚΕΛ

Η έννοια της γυναίκας με αναπηρία περιλαμβάνει κάθε γυναίκα ή κορίτσι που παρουσιάζει μία ή περισσότερες μακροχρόνιες σωματικές, αισθητηριακές, νοητικές, ψυχοκοινωνικές ή άλλες βλάβες, οι οποίες, σε αλληλεπίδραση με εμπόδια του φυσικού, θεσμικού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, περιορίζουν ή ενδέχεται να περιορίσουν την πλήρη, ισότιμη συμμετοχή της στην κοινωνική, επαγγελματική, εκπαιδευτική και πολιτιστική ζωή. Η προσέγγιση αυτή, που υιοθετείται και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, αναγνωρίζει ότι η αναπηρία δεν αποτελεί απλώς ατομικό χαρακτηριστικό, αλλά προκύπτει από κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς φραγμούς που οδηγούν στον αποκλεισμό.

Οι μορφές αναπηρίας μπορεί να είναι ορατές, όπως οι κινητικοί περιορισμοί, ή αόρατες, όπως οι χρόνιες παθήσεις, οι ψυχοκοινωνικές και οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Η διάκριση είναι κρίσιμη, καθώς οι γυναίκες με αόρατες αναπηρίες συχνά βλέπουν την εμπειρία τους να αμφισβητείται, ενώ όσες έχουν ορατές αναπηρίες έρχονται αντιμέτωπες με στερεότυπα που περιορίζουν τη συμμετοχή τους. Σε κάθε περίπτωση, η συνύπαρξη φυσικών και κοινωνικών εμποδίων εντείνει τις ανισότητες, καθιστώντας αναγκαίες πολιτικές που διασφαλίζουν πλήρη προσβασιμότητα, ισότιμη συμμετοχή και σεβασμό της αξιοπρέπειας. Η ανάγκη για τέτοιες πολιτικές γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν λάβουμε υπόψη ότι οι γυναίκες με αναπηρία βιώνουν πολλαπλές διακρίσεις τόσο λόγω φύλου όσο και λόγω της αναπηρίας.

Οι διακρίσεις αυτές επηρεάζουν καθοριστικά την εκπαίδευση, την εργασία, την υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική ένταξη και την πολιτική συμμετοχή. Παράλληλα, η αυξημένη ευαλωτότητα απέναντι στην έμφυλη βία αποτελεί ένα από τα πλέον ανησυχητικά φαινόμενα. Η βία μπορεί να λάβει πολλές μορφές, σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική ή οικονομική και συχνά συνδυάζεται με μισαναπηρικές πρακτικές, όπως η στέρηση βοηθητικών τεχνολογιών, η άρνηση πρόσβασης σε φαρμακευτική αγωγή ή η παρακράτηση επιδομάτων. Διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι περίπου το 90% των κακοποιητών είναι άνδρες που η γυναίκα ήδη γνωρίζει, σύντροφοι, σύζυγοι, συγγενείς ή επαγγελματίες φροντιστές. Η εξάρτηση αυτή καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την απομάκρυνση από κακοποιητικά περιβάλλοντα, ενώ η κακοποίηση μπορεί να συμβεί ακόμη και σε ιδρυματικές δομές ή ιατρικές μονάδες, δημιουργώντας πρόσθετες συνθήκες ευαλωτότητας.

Η διαφυγή από τέτοιες συνθήκες συναντά συχνά σοβαρά εμπόδια. Οι γυναίκες με αναπηρία εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και φτώχειας σε σύγκριση τόσο με τις γυναίκες χωρίς αναπηρία όσο και με τους άνδρες με αναπηρία, γεγονός που εντείνει την οικονομική εξάρτηση από τον θύτη. Παράλληλα, η πρόσβαση σε δομές υποστήριξης παραμένει περιορισμένη λόγω έλλειψης προσβάσιμων χώρων, διερμηνέων νοηματικής γλώσσας και εξειδικευμένου προσωπικού. Η κοινωνική κατασκευή των γυναικών με αναπηρία ως παθητικών, αβοήθητων ή ασεξουαλικών ενισχύει τη δυσπιστία απέναντι στις καταγγελίες τους και υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των περιστατικών, ενώ η αντιμετώπιση των φροντιστών-κακοποιητών ως «ηρώων» συντηρεί την ατιμωρησία και οδηγεί σε αισθήματα ενοχής, χαμηλής αυτοεκτίμησης και κοινωνικής απομόνωσης.

Παρά την κύρωση από την Κυπριακή Δημοκρατία της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών το 2011 και της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης το 2017, η εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων παραμένει ανεπαρκής. Η συμμετοχή των γυναικών με αναπηρία στην ανώτερη εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στην πολιτική και στη δημόσια ζωή εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Η έλλειψη πολιτικών συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, η ανυπαρξία προσβάσιμων υπηρεσιών μεταφοράς και φροντίδας παιδιών οδηγούν σε περαιτέρω απομόνωση, ενώ οι διακρίσεις επεκτείνονται και στην οικογενειακή ζωή με άνιση μεταχείριση στα δικαιώματα γάμου, γονεϊκότητας και υιοθεσίας. Η απουσία ολοκληρωμένων προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης αφήνει πολλές γυναίκες και κορίτσια εκτεθειμένες σε αυξημένο κίνδυνο σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης.

Η αναγνώριση αυτών των προβλημάτων καθιστά επιτακτική την ανάγκη για ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές που θα ενσωματώνουν τη διάσταση της αναπηρίας σε όλες τις πολιτικές για τις γυναίκες και τα κορίτσια, μέσα από συνεργασία με αντιπροσωπευτικές οργανώσεις ατόμων με αναπηρίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΠΟΓΟ διεκδικεί την άμεση αναθεώρηση όλων των εθνικών νομοθεσιών και πολιτικών που αφορούν τις γυναίκες, με υποχρεωτική ενσωμάτωση της διάστασης της αναπηρίας και ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των γυναικών με αναπηρία στη διαμόρφωσή τους. Παράλληλα, απαιτεί την πλήρη εφαρμογή των προβλέψεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, μέσα από μηχανισμούς παρακολούθησης και λογοδοσίας που θα διασφαλίζουν την πρακτική εφαρμογή των δικαιωμάτων τους.

Η ΠΟΓΟ θεωρεί αναγκαία την εξάλειψη όλων των εμποδίων που περιορίζουν την πρόσβαση των γυναικών με αναπηρία στην εκπαίδευση, την εργασία, την πολιτική και την κοινωνική ζωή, ενισχύοντας την κοινωνική και οικονομική τους ανεξαρτησία μέσω στοχευμένων μέτρων, προγραμμάτων ενδυνάμωσης, επαγγελματικής κατάρτισης, υποστηρικτικών υπηρεσιών, χρηματοδοτικών εργαλείων και κινήτρων απασχόλησης. Διεκδικεί επίσης τη δημιουργία προσβάσιμων δομών για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης και μισαναπηρικής βίας, στελεχωμένων με εξειδικευμένο προσωπικό, διερμηνείς νοηματικής γλώσσας και υποστηρικτικές τεχνολογίες. Επιπλέον, απαιτεί τη θεσμοθέτηση ολοκληρωμένων προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης και ενημέρωσης για τα δικαιώματα, προσαρμοσμένων στις ανάγκες των κοριτσιών και γυναικών με αναπηρία, καθώς και την κατάργηση κάθε διάκρισης σε ζητήματα γάμου, γονεϊκότητας, οικογενειακής ζωής και υιοθεσίας, με απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία και την αξιοπρέπειά τους.

Τέλος, η ΠΟΓΟ τονίζει την ανάγκη για άμεση αποϊδρυματοποίηση και δημιουργία εναλλακτικών, κοινοτικών δομών στήριξης που θα εγγυώνται την ασφάλεια, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών με αναπηρία, καθώς και την ενεργή εκπροσώπησή τους στα όργανα λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των οργανώσεων ατόμων με αναπηρίες. Η ισότητα για τις γυναίκες με αναπηρία δεν είναι παραχώρηση, αλλά υποχρέωση. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης, σεβασμού και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Sign Up to Our Newsletter

Be the first to know the latest updates

[mc4wp_form id="15069" element_id="style-1"]