Skip to content Skip to footer

Η υγεία με έμφυλη οπτική: αναπαραγωγικά δικαιώματα και δημόσιο σύστημα υγείας

Γράφει η Δρ. Λίντα Φάουζι, Δικηγόρος, Μέλος Επαρχιακού Συμβουλίου ΠΟΓΟ Πάφου – Μέλος Γενικού Συμβουλίου ΠΟΓΟ 

«Ποτέ θα κάνεις παιδί

Πόσες φορές ακούστηκε αυτή η φράση και πόσες φορές απευθύνθηκε μόνο σε εκείνη;

«Κρίμα δεν τα κατάφερε πάλι» πάλι σε εκείνη.

«Αυτός ο γιατρός είναι πολύ καλός για το ‘πρόβλημά’’ σου», πάλι σε εκείνη.

Κι όταν εκείνη τολμά να απαντήσει: «ναι, κάνουμε μαζί…..», η απάντηση έρχεται σχεδόν ειρωνική: «ναι, αλλά εσύ…».

Εκείνη κουβαλά την ευθύνη, το βλέμμα, την αποτυχία, τη σιωπή. Για όλους τους άλλους, είναι δικό της το “πρόβλημα”. Εκείνος, ο άνθρωπος που βιώνει το ίδιο, σχεδόν δεν υπάρχει στη συζήτηση. Κι όμως, για εκείνη, είναι ο συνοδοιπόρος της, ίσως ο μόνος που μπορεί πραγματικά να την καταλάβει. Οι γύρω της την απομονώνουν, μετατρέποντας το κοινό βίωμα σε ατομικό «πρόβλημα». Δεν αναγνωρίζουν το συναίσθημα, δεν σέβονται το σώμα της, ούτε τη στιγμή της. Ίσως γιατί τον φοβούνται, όχι γιατί δεν τον υπολογίζουν, αλλά γιατί η πατριαρχία, που τον θέλει ατσαλάκωτο και αλώβητο, τον αποδυναμώνει σιωπηλά, την ώρα που την ίδια τη συνθλίβει.

Ως γυναίκα της ΠΟΓΟ, σε αυτό το άρθρο δεν θα σταθώ στις ανισότητες που βιώνουν οι άντρες, αυτό αξίζει δικό του κείμενο. Θα σταθώ όμως στη γυναικεία εμπειρία μέσα σε ένα σύστημα που υπονομεύει τα δικαιώματα και των δύο φύλων, απλώς με διαφορετικό τρόπο.

Η έμφυλη οπτική στην υγεία αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη σιωπηλή αδικία. Δείχνει πώς οι γυναίκες βιώνουν διαφορετικά την πρόσβαση, τη φροντίδα και τα δικαιώματα υγείας, λόγω κοινωνικών ανισοτήτων και πατριαρχικών αντιλήψεων. Στην Κύπρο του 2025, όπου το πρόβλημα της υπογεννητικότητας δεν μας χτυπά απλώς την πόρτα, αλλά έχει ήδη στρογγυλοκάτσει στο σπίτι μας, με βάση τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας (CYSTAT, Census 2021), ο δείκτης γονιμότητας ανέρχεται μόλις σε 1,32 παιδιά ανά γυναίκα.

Η υπογεννητικότητα δεν είναι μόνο δημογραφικό πρόβλημα. Είναι κοινωνικό, πολιτικό και ταξικό. Ο χαμηλός ρυθμός γεννήσεων επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και στις κοινωνικές δομές ενός κράτους: γήρανση πληθυσμού, μείωση εργατικού δυναμικού, αύξηση του φόρτου στα συστήματα υγείας και πρόνοιας. Και όμως, αντί το κράτος να σταθεί δίπλα στη γυναίκα, της φορτώνει την ευθύνη. «Για το καλό της χώρας». Μα γιατί να είναι και αυτό δικό μου πρόβλημα; Έχω ήδη να παλέψω με τα “πρέπει” και τα όρια που το ίδιο το κράτος μου επιβάλλει, γιατί πρέπει το δικαίωμά μου στη μητρότητα ή στην επιλογή να μην γίνω μητέρα να έχει και αυτό το βάρος της ενοχής;

Τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της, τη μητρότητα, τον οικογενειακό προγραμματισμό και την πρόσβαση σε ασφαλείς και δωρεάν υπηρεσίες υγείας, αποτελούν θεμέλιο της ισότητας. Κι όμως, στην Κύπρο, παρά το ΓεΣΥ, οι υπηρεσίες αναπαραγωγικής φροντίδας παραμένουν αποσπασματικές, ελλιπείς και συχνά εμπορευματοποιημένες. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ο οικογενειακός προγραμματισμός περιορισμένος, η ψυχοκοινωνική στήριξη ανεπαρκής.

Και θα πει κάποιος: τι σχέση έχει η διαπαιδαγώγηση με όλα αυτά; Έχει.

Αν στο νηπιαγωγείο δεν μας διάβαζαν τη Σταχτοπούτα αλλά τη Μουλάν — χωρίς να χρειάζεται να ντυθεί άντρας για να αποδείξει τη δύναμή της — ή την Αταλάντη, ίσως να είχαμε μεγαλώσει αλλιώς. Δεν θα περιμέναμε «εκείνον» να μας σώσει. Θα είχαμε μάθει να ακούμε τα θέλω μας χωρίς ενοχές και κοινωνικούς περιορισμούς.

Θα είχαμε μάθει να λέμε:

«Θέλω παιδί, και δεν πρέπει να αγχώνομαι ότι μόνη μου δεν μπορώ».

Ή: «Δεν θέλω να είμαι σε μια συμβατική οικογένεια, αλλά θέλω παιδί και μπορώ».

Ή ακόμη καλύτερα: «Θέλω παιδί, και μπορώ να στηριχτώ στο κράτος για το πού θα το αφήσω όσο δουλεύω· να μην εργάζομαι από τις 8 ως τις 6, και ο παιδικός σταθμός να είναι δωρεάν, όχι όσο ένα ενοίκιο ».

«Δεν θέλω παιδί τώρα αλλά έμαθα από το σχολείο ότι μπορώ να αποταθώ σε γιατρό να μου τι να κάνω για να προλάβω το χρόνο»

Θα ήθελα να ζω σε μια Κύπρο όπου μπορώ να πω “θέλω παιδί” και το κράτος μου να είναι δίπλα μου: να μου εξασφαλίζει οικονομική στήριξη ώστε να μείνω μαζί του τους πρώτους μήνες, να μου προσφέρει ένα υγιές εργασιακό περιβάλλον, έναν μισθό που να ξεπερνά τα όρια της επιβίωσης, εργασιακά ωράρια που να σέβονται την προσωπική και οικογενειακή ζωή, ένα σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον ασφαλές για το παιδί μου, μια κοινωνία αξιόπιστη, ασφαλή και ανθρώπινη.

Όχι ένα κράτος που με στέλνει στους δρόμους να διεκδικήσω τη γονική άδεια, τον κατώτατο μισθό, τα δικαιώματα της ΑΤΑ, που επιτρέπει τη διακίνηση ναρκωτικών στα σχολεία, κλείνει την πόρτα σε κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά και αδιαφορεί για τα αυτονόητα. Δεν γίνεται να παλεύω για την επιβίωσή μου και ταυτόχρονα να παλεύω για δικαιώματα που κατακτήθηκαν προπολού με αίμα. Ας αξίζει επιτέλους η θυσία της κάθε εργάτριας, της κάθε υφάντρας, της κάθε γυναίκας, του κάθε ανθρώπου που πάλεψε για να έχουμε σήμερα εργασιακά δικαιώματα, κι ας πάψει το σύστημα να τα καταπατά ένα προς ένα.

Κι αν τελικά καταφέρω να ξεπεράσω κι αυτό το εμπόδιο που μου έβαλες, Κύπρο, έρχεται ο επόμενος φόβος:

κι αν το παιδί μου γίνει το επόμενο θύμα αυτού του ίδιου συστήματος;

Αν βρει κλειστή την πόρτα της Αστυνομίας επειδή είναι κορίτσι;

Αν μου το σκοτώσουν και πουν πως «αυτοκτόνησε»;

Αν στο σχολείο μάθει τα μαθηματικά μέσα από την εμπορία ναρκωτικών;

Θα καταφέρω να ξεπεράσω αυτό το εμπόδιο;

Στην Κύπρο του σήμερα, η υπογεννητικότητα δεν είναι ατομική αποτυχία, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Είναι το φυσικό επακόλουθο μιας κοινωνίας που δεν στηρίζει τη γονεϊκότητα, που δεν παρέχει επαρκείς δομές φροντίδας, που υποτιμά την αναπαραγωγική υγεία και εγκλωβίζει τους ανθρώπους στην ανασφάλεια. Και όταν, ύστερα απ’ όλα αυτά, ένας άνθρωπος επιλέγει να γίνει γονιός, ίσως όχι στην ηλικία που “προβλέπει η φύση”, αλλά όταν επιτέλους ελευθερωθεί από τα “πρέπει” που του επέβαλε το σύστημα,  βλέπει το δικαίωμά του να εμπορευματοποιείται. Αν στραφεί στην ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, η διαδικασία συχνά αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια και όχι ως ανάγκη. Η προσπάθειά του “κοστολογείται”, το συναίσθημά του “υπολογίζεται” και η ελπίδα του γίνεται στατιστική.

Γιατί τελικά, το «Πότε θα κάνεις παιδί;» δεν είναι φράση για εκείνη, ούτε για εκείνον.

Είναι φράση για το Κράτος, για ένα κράτος που απέτυχε να στηρίξει.

Και η αλλαγή του δεν είναι επιλογή· είναι χρέος.

Πότε θα κάνετε κράτος που θα στηρίζει τη γονεϊκότητα και θα την ενθαρρύνει, αντί να την τιμωρεί;

Πότε θα κάνετε κράτος που δεν θα συγκαλύπτει το έγκλημα κάτω από τον μανδύα της “αυτοκτονίας”;

Πότε θα κάνετε κράτος που θα τολμήσει να πει τη λέξη γυναικοκτονία και ακόμη καλύτερα, που θα βάλει τέλος στη γυναικοκτονία;

Πότε θα κάνετε κράτος που θα κόβει τα χέρια των βαρβάρων που χτυπούν αντί να τα χαϊδεύει;

Πότε θα κάνετε κράτος που θα φροντίζει τα παιδιά· που θα τους παρέχει ασφάλεια· που θα τους χαρίζει μια κοινωνία όπου θα μεγαλώνουν με σεβασμό και αγάπη, ό,τι κι αν επιλέξουν να γίνουν στη ζωή τους· που θα τους δίνει φτερά;

Τότε θα κάνω παιδί.

Την επόμενη φορά, μην ρωτήσεις εκείνη. Ρώτα το Κράτος. Κι αν, μετά απ’ όλα αυτά, τη δεις να παλεύει να γίνει μανά, μην πεις τίποτα.

Απλώς χειροκρότησέ την. Απλώς χειροκρότησέ τους. Γιατί δεν τα έβαλαν μόνο με τη φύση· τα έβαλαν με ένα ολόκληρο σύστημα που δεν στάθηκε δίπλα τους κι όμως θα τα καταφέρουν.


Sign Up to Our Newsletter

Be the first to know the latest updates

[mc4wp_form id="15069" element_id="style-1"]