Η περίοδος της Βρετανικής Αποικιοκρατίας στην Κύπρο έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη κυρίως μέσα από μια κυρίαρχη ιστοριογραφική αφήγηση, η οποία επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ. Ως αποτέλεσμα, σημαντικές σελίδες της ιστορίας του τόπου μας, αλλά και άλλες μορφές οργανωμένης αντίστασης και διεκδίκησης, παραμένουν στο περιθώριο ή αποσιωπώνται πλήρως.
Ιδιαίτερα αποσιωπημένος παραμένει ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου και, στη συνέχεια, του ΑΚΕΛ, που αποτέλεσαν τις πρώτες οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις με ξεκάθαρο αντιαποικιακό προσανατολισμό. Από τα πρώτα χρόνια της δράσης τους βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης απέναντι στη βρετανική αποικιακή διοίκηση, πληρώνοντας βαρύ τίμημα μέσα από διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια στελεχών και ακόμη και δολοφονίες.
Η μαζική απήχηση του κόμματος στο λαό και η συνεπής αντιαποικιακή του δράση αποτέλεσαν βασικούς λόγους για τη στοχευμένη επίθεση των αποικιακών αρχών, οι οποίες εφάρμοσαν διάφορα μέτρα καταστολής ενάντια στο κόμμα, με την πιο σκληρή να εκτυλίσσεται την περίοδο 1955–1959, όταν οι Βρεττανοί αποικοκράτες έθεσαν το ΑΚΕΛ και τις οργανώσεις του λαϊκού κινήματος εκτός νόμου.
Στις 14 Δεκεμβρίου 1955, ημέρα που έχει χαραχθεί στην ιστορία του λαϊκού κινήματος, η αποικιακή αστυνομία εξαπέλυσε συντονισμένες επιδρομές στα σπίτια στελεχών του ΑΚΕΛ και του Λαϊκού Κινήματος, συλλαμβάνοντας περίπου 135 αγωνιστές και αγωνίστριες. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν αρχικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Πύλας και αργότερα πολλοί μεταφέρθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές.
Την ίδια μέρα, με διάταγμα του Κυβερνήτη Χάρτινγκ, τέθηκαν εκτός νόμου το ΑΚΕΛ, η Ένωση Αγροτών Κύπρου, η Παγκύπρια Οργάνωση Δημοκρατικών Γυναικών (πρόδρομος της ΠΟΓΟ) και η Ανορθωτική Οργάνωση Νεολαίας. Παράλληλα, απαγορεύτηκε η έκδοση και κυκλοφορία των εφημερίδων «Νέος Δημοκράτης», «Ανεξάρτητος», «Εμπρός» και «Ινκιλαπψί», καθώς και του «Θεωρητικού Δημοκράτη», επιχειρώντας να φιμωθεί κάθε φωνή αντίστασης και δημοκρατικής διεκδίκησης.

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί αφήγηση του Γεώργιου Τ. Πάρπα, του οποίου η μητέρα υπήρξε στέλεχος της ΠΟΔΓ. Μέσα από το κείμενο αποτυπώνεται η εμπερία που ο ίδιος είχε ως παιδί, την ημέρα που οι Βρετανοί έθεσαν παράνομη την οργάνωση.
______________________________________________________________________
Πριν από λίγες μέρες βρισκόμουν στο σπίτι της μητέρας μου και με αρκετή περηφάνια μου έδειξε ένα τιμητικό δίπλωμα που της έδωσε η ΠΟΓΟ για την συμμετοχή της στην Παγκύπριο Ομοσπονδία Δημοκρατικών Γυναικών.
Αμέσως μου έφερε τρομερές θυμίσεις από την σχολική χρονιά 1954-1955.
Η σχολική χρονιά του 1954-1955 έχει χαραχτεί στο μυαλό μου ανεξίτηλα. Πρώτον θα πήγαινα στη πρώτη Δημοτικού και δεύτερον είχαν τελειώσει οι εργασίες στο γεφύρι της κληματαριάς και η Β Αστική Στροβόλου ήταν πανέτοιμη για να υποδεχθεί του πρώτους μαθητές. Δεν χρειαζόταν να περνούμε τον ΣΑΡΑΚΛΟ για να πάμε σχολείο, και για μας που είμαστε κληματαρκότες η Β Αστική ήταν πολύ κοντά μας. Δεν ήταν ανάγκη να πηγαίνουμε στην Α Αστική (Το παλιό δημαρχείο).
Ο καιρός τότε περνούσε πολύ αργά.
Έτσι πέρασαν τα Χριστούγεννα και έφθασε η 1 Απριλίου 1955. Ακούσαμε τις ΠΟΜΠΕΣ (εκρήξεις) στο ΡΙΚ και στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Μέχρι το Πάσχα δεν συνέβηκε τίποτα. Στις διακοπές του Πάσχα και όλες τις διακοπές συνήθιζα να κυνηγώ με το λάστιχο μου (σφεντόνα) μέσα στις ελιές του Γιοκκαρή (είχε στρούθους, σπινούδια, τρασιήλες, και κάποτε τσίκλες).
Εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα (14 Δεκεμβρίου 1955) ήμουν μέσα στις ελιές και κυνηγούσα όταν είδα τον μουκτάρη, μετέπειτα δήμαρχο, Ιωσήφ να περνά από την πόρτα της Όλγας του Παύλου, αδελφή του Γιοκκαρή , να περνά μέσα στα χωράφια και να φτάνει στο σπίτι της Αντωνίτσας του Αχιλλέα. Με την βροντερή φωνή του φώναξε την Αντωνίτσα και κάτι της είπε κρυφά.
Σχεδόν συγχρόνως από την λεωφόρο Στροβόλου από το καντούνι του Ζαϊμα μπήκε ο αστυνομικός Βάρκας (ή Βρακάς) από την Βατυλή και κατευθύνθηκε στο σπίτι της Λούλας (επίσης από την Βατιλή) του Βικάριου και μπήκε μέσα. Σε λίγο και οι δυο γυναίκες κινήθηκαν προς το σπίτι μου. Πριν προλάβουν να μπουν μέσα βρέθηκα δίπλα από την μάνα μου. Πρώτη φορά άκουσα τις λέξεις «οι Δημοκρατικές γυναίκες κηρύχτηκαν παράνομες», «η γραμματεία Καϊμακλιού είναι στα κρατητήρια», «Πρέπει να καταστραφεί το μητρώο της οργάνωσης Στροβόλου» . Οι γυναίκες έφυγαν και η μάνα μου πανικόβλητη, μεταξύ «Παναγιά μου και Χριστέ μου» μάζεψε την αμαξούδα, τον 3 χρόνο αδερφό μου, την 5 χρόνη αδερφή μου και μου είπε πάμε περίπατο.
Περάσαμε δίπλα από το σπίτι του Ζαϊμα και μέσα από τον ποταμό
(δεν είχε νερό) περάσαμε δίπλα από την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας και βρεθήκαμε στην οδό που βρισκόταν τα γραφεία της οργάνωσης στην γωνιά Παναγίας Χρυσελεούσης και Αγίας Μαρίνας. Το πρώτο μαγαζί ήταν το μπακάλικο του Χατζηπαύλου, δεύτερο το Τενεκετζίδικο του παππού μου, το τρίτο ήταν γκαράζ και το τέταρτο ήταν το γραφείο της οργάνωσης.
Η μητέρα με ένα τεράστιο τσακροκλίδι άνοιξε το κατάστημα μάζεψε αρκετά περιοδικά, βιβλία και άλλα χαρτιά τα έβαλε στην αμαξούδα. Ο μικρός αδελφός μου δεν ήθελε να καθίσει πια στην αμαξούδα και η μητέρα τον πήρε στα χέρια της. Εγώ έσπρωχνα την αμαξούδα και κρατούσα την αδερφή μου. Επιστρέψαμε από τον ίδιο δρόμο στο σπίτι.
Αμέσως η αμαξούδα ξεφορτώθηκε στα πισινά της γιαγιάς μου και η μητέρα μου είπε να τα κάψω όλα στον θερμολουτήρα που άναβε με ξύλα. Σιγά σιγά κατάφερα να τα κάψω μέχρι που έφθασα σε ένα μεγάλο τετράδιο που μόνο οι δυο πρώτες σελίδες ήταν γραμμένες και έμοιαζε με απουσιολόγιο του σχολείου. Ζήτησα από την μητέρα να κάψω μόνο αυτές τις σελίδες και να το χρησιμοποιήσω στο σχολείο. Η διαταγή ήταν να το κάψω όλο. Το έκαψα.
Την άλλη ημέρα έμαθα και άλλες λέξεις «ΚΕΡΦΙΟΥ», «ΕΡΕΥΝΑ» , μας ανακάτεψαν όλα τα σπίτια και κράτησαν όλη την γειτονιά στα σπίτια μας. Κανένας δεν κρατήθηκε και δεν εστάλη στα κρατητήρια.
Ο Μιχαλάκης από δεξιά από το σπίτι μας συνέχισε να πηγαίνει στο English School περπατητός , ο Ροβέρτος από απέναντι από το σπίτι Μιχάλη συνέχισε να πηγαίνει στο Σαμουήλ με ποδήλατο και ο Πόλυς από τα πισινά της Σοφίας συνέχισε να πηγαίνει στην δουλειά του με το λεωφορείο τουλάχιστο μέχρι τον Ιούνιο του 1956. Ο μικρός αδελφός μου που καθόταν τότε στην αμαξούδα είναι αγνοούμενος από το 1974.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τ.ΠΑΡΠΑΣ
Μάρτιος 2011

